Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2007

Acknowledgements (αν δεν παινέψεις το σπίτι σου κλπ)

---





1. Στις 22.1.2007 δημοσίευσα, τρίτο σε μια σειρά άρθρων για το άρθρο 16 του Συντάγματος, το post "Aux armes citoyens! (La Commission attaque)".

Σ' αυτό επισήμανα την ενδεχόμενη (σίγουρη για μένα) καταδίκη της χώρας μας από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για μη συμμόρφωση προς την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου "σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών".

Στη συνέχεια ανέλυσα το θέμα των Κέντρων Ελεύθερων Σπουδών (ΚΕΣ) που έχει θεριέψει στη χώρα και την, μέσω αυτών, "λειτουργία" ξένων ΑΕΙ στην Ελλάδα. Εξήγησα ότι πρόκειται για ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι, με βάση «συμφωνίες δικαιόχρησης» (franchising) που συνάπτουν με διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού (και ιδίως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αναλαμβάνουν να παρέχουν στον τόπο μας κάποια έτη σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στους σπουδαστές τους. Οι οποίοι, στη συνέχεια, ολοκληρώνουν τις σπουδές τους στη χώρα του ιδρύματος – μαμάς, που, βέβαια, αναγνωρίζει τα έτη σπουδών που αυτοί έχουν διανύσει στη χώρα μας, κι αποκτούν το σχετικό πτυχίο".

Διατύπωσα την άποψη ότι "εφόσον τα κέντρα αυτά παρέχουν εκπαίδευση, και εφόσον τόσος και τόσος κοσμάκης καλώς ή κακώς τα εμπιστεύτηκε και τα εμπιστεύεται, και standards έπρεπε να έχουν τεθεί και σοβαρή κρατική εποπτεία έπρεπε να υπάρχει. Όχι για να τα απαγορεύσει ή να τα περιορίσει, αλλά για να προστατεύσει, αν μη τι άλλο, τους σπουδαστές τους. Και, κατ’ επέκταση, τη συνολική παροχή παιδείας στον τόπο μας".

Και, τέλος, τόνισα ότι "Ακόμη όμως κι αν το άρθρο 16 τροποποιηθεί και επιτραπούν ιδιωτικά ΑΕΙ, δεν νομίζω ότι κανένα σοβαρό ίδρυμα θα έρθει εδώ να επενδύσει εκατομμύρια ευρώ, σε ένα εγχείρημα αβέβαιης και πάντως μακροχρόνιας απόδοσης. Και γιατί να το κάνει, αφού με απείρως λιγότερα χρήματα μπορεί να συνεργαστεί με εγχώρια «κολέγια», τα οποία, βεβαίως, εύκολα μπορεί να αναβαθμιστούν, και να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα". ... Κι αν μας στριμώξει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ε, δεν το ‘χουμε και πολύ να καταργήσουμε το άρθρο 28 και να αποχωρήσουμε από το εοκικό συνδικάτο ...".

Στο "Βήμα της Κυριακής" της 25.2.2007 ο Νίκος Μουζέλης, ομότιμος καθηγητής της Κοινωνιολογίας στη London School of Economics κι από τους πιο σοβαρούς και μετριοπαθείς πανεπιστημιακούς και αναλυτές της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, δημοσίευσε άρθρο με τίτλο "Οι αλλαγές στα ΑΕΙ, Ο διάλογος στο περιθώριο", στο οποίο, μεταξύ άλλων πολύ σοβαρών, αναφέρει τα εξής: "Η διαμάχη για τα μη κρατικά πανεπιστήμια έχει έναν καθαρά τελετουργικό χαρακτήρα. Το ουσιαστικό πρόβλημα που έπρεπε λογικά να τεθεί προτού γίνει η συζήτηση για το άρθρο 16 είναι το εξής: Εχει τη δυνατότητα το ελληνικό κράτος να μην αναγνωρίσει διπλώματα ευρωπαϊκών πανεπιστημίων που αποκτήθηκαν μέσω της οδού των ΚΕΣ; Απάντηση: Εκτός και αν αποχωρήσουμε από την ΕΕ, το ελληνικό κράτος είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίσει τα επαγγελματικά δικαιώματα που απορρέουν από τέτοιου είδους διπλώματα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι η μη αναγνώριση των ΚΕΣ αλλά η δημιουργία ενός αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου ούτως ώστε αυτά να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις λειτουργίας. Οσο η έμφαση δίνεται στον φορμαλιστικό, δονκιχωτικό στόχο της μη αναγνώρισης, ο πολύ πιο ουσιαστικός στόχος της ρύθμισης αγνοείται - και τα ΚΕΣ θα εξακολουθούν να λειτουργούν με τον άναρχο και απαράδεκτο τρόπο που λειτουργούν σήμερα."

Χαίρομαι που ο Ν. Μουζέλης αποδεικνύεται τακτικός αναγνώστης του ταπεινού αυτού blog. Κι ακόμη περισσότερο που υιοθετεί, λέξη προς λέξη (έστω κι αν τις παρουσιάζει για δικές του), τις διαπιστώσεις μας, και ιδίως εκείνη που προτείνει την καθιέρωση, ακόμη και τώρα, αυστηρών standards για τα ΚΕΣ. Κι είναι, τέλος, ευτύχημα που οι απόψεις αυτές βρήκαν, επιτέλους, διέξοδο προς το ευρύ κοινό μέσω μιας εφημερίδας με μεγάλο αναγνωστικό κοινό, όπως "Το Βήμα της Κυριακής".

Λυπάμαι μόνο που οι υπεύθυνοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Όπως και σε τόσα άλλα θέματα που αφορούν τον τόπο. Γιατί, όταν έρθει ο λογαριασμός, αυτοί μεν σε κάποιους άλλους θα τον φορτώσουν, η ζημιά όμως θα έχει γίνει, και θα 'ναι μεγάλη.

2. Μια βδομάδα μετά (29.1.2007), στα comments που ακολούθησαν το post "CIA και φτηνό βιβλίο", βοηθούσης και της καλής φίλης και cinephile neutrino , έπλεξα το εγκώμιο της ταινίας "Η ζωή των άλλων". Την οποία και χαρακτήρισα ως την ωραιότερη ταινία που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Με τη διαπίστωση αυτή συμφώνησαν πολλοί φίλοι. Κι όλοι μαζί εκφράσαμε την απορία για την άθλια κριτική του Δανίκα που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα "Τα ΝΕΑ" για την ταινία αυτή.

Δεν πέρασαν λίγες μέρες (3.2.2007) κι ο Δανίκας, στον "Ταχυδρόμο" του Σαββάτου, έχοντας, προφανώς, διαβάσει το post αυτό και τα σχόλια όλων μας, αλλάζει πορεία 180 μοιρών, και, συντετριμμένος, γράφει ένα όντως θαρραλέο άρθρο, ζητώντας συγγνώμη για την κακή κριτική του.

Και, βέβαια, την Κυριακή το βράδυ, η Ακαδημία του Χόλλυγουντ, αποτελούμενη από 6.500 νοματαίους (οι οποίοι, όπως περίτρανα αποδείχθηκε, παρά τον φόρτο εργασίας τους, μας διαβάζουν ανελλιπώς), ανατρέποντας τα προγνωστικά, ψηφίζει την ταινία αυτή ως την καλύτερη ξενόγλωσση και της απονέμει το σχετικό Όσκαρ.
---

ΥΓ. Όχι, μη φοβάστε, une fois n'est pas coutume, μετά την προσωρινή αυτή ανάπαυλα το blog επανέρχεται στο, γνωστό σε όλους, σεμνό και μετριοπαθές του ύφος.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

Περί πυραμίδων και προσωπικών αποκαλύψεων (κάλλιο έξι παρά πέντε)

---





Ο φίλος philos στο post "Blog pyramid!" είναι που ξεκίνησε, τουλάχιστον όσο με αφορά, τον εφιάλτη αυτό. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, out of the blue, έτυχε κι ο διάολος να μην έχει δουλειά, μάλλον συνεργάστηκαν και το κόλπο με τις πυραμίδες στήθηκε στο πι και φι. Κι έτσι, αφού ο philos μας "αποκάλυψε" πέντε πράγματα που (υποτίθεται πως) τον εκφράζουν, πρότεινε πέντε bloggers και τους παρέδωσε τη σκυτάλη.

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το σχετικό post, είχα μια αγωνία μήπως και με προτείνει. Γιατί, πώς ν' αρνηθείς χάρη στον ευγενικό αυτόν άνθρωπο, τον διαβάζω όποτε μπορώ και σας διαβεβαιώνω πως γράφει τόσο γλυκά που, κι αίμα να μου ζητούσε, θα του 'δινα όσα λίτρα θέλει (μια κουβέντα είπαμε philos, εντάξει;). Ευτυχώς δεν το 'κανε. Κι όταν βεβαιώθηκα πως είχε την ευγενική καλοσύνη να μη με συμπεριλάβει στα πέντε θύματά του, πήγα ανακουφισμένος για ύπνο.

Δυστυχώς όμως, όταν η μοίρα έχει αποφασίσει να μας ταλαιπωρήσει, το ραντεβού δεν το γλυτώνουμε, ό,τι κι αν κάνουμε. Κι έτσι η eleni63 πήρε τη σκυτάλη, στο post "4-5 πράγματα που ξέρω γι αυτήν". Που άκαρδη, ως γυναίκα, και μάλιστα δικηγόρος (συδυασμός που σκοτώνει, όπως πολλοί από σας ξέρετε), με κάρφωσε στον σταυρό των πέντε θυμάτων της.

Στην αρχή δίσταζα να ανταποκριθώ. Μετά όμως από σκέψη (και μιας που χθες άρχισε κι η Σαρακοστή και μας μένουν τριανταεννιά μέρες για να εξαγνιστούμε), αποφάσισα να σας γράψω πέντε λόγια για μένα, γνωρίζοντας, όπως άλλωστε κι εσείς, ότι une fois n'est pas coutume.

1. Μένω μόνος μου. Από επιλογή. Κι αφού για χρόνια έχω ζήσει και διαφορετικά.

Δεν μετανιώνω όμως. Ούτε για τις παλιές συμβιώσεις, ούτε για την τωρινή μου κατάσταση. Πρώτον γιατί πιστεύω πως δεν έχει κανένα νόημα να μετανιώνουμε εκ των υστέρων, αφού κάνουμε κάτι. Αν μπορούσαμε να μετανιώναμε πριν, ίσως να 'χε κάποιο νόημα, πολλά θα μπορούσαμε να 'χαμε γλυτώσει, και μεις κι οι άλλοι. Όχι όμως μετά, δημιουργεί άσκοπη στενοχώρια κι είναι και αντιπαραγωγικό, αφού ό,τι ήταν να γίνει έχει ήδη γίνει.

Και δεύτερον, γιατί η κοινή ζωή είναι σαν το στρατιωτικό. Πρέπει κανείς να το 'χει κάνει στη ζωή του, κι όσο νωρίτερα τόσο καλύτερα. Αλλιώς, κάτι θα του λείπει, κι η έλλειψη αυτή ίσως τον βασανίζει για πάντα.

2. Αγαπώ τις πολλαπλές ζωές. Γι αυτό και μου αρέσουν τόσο τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, οι ιστορίες, καθώς κι όσοι ξέρουν πώς να διηγούνται. Έστω και την πιο ήρεμη μέρα τους. Πέστε μου πώς περάσατε ένα πρωινό στο γραφείο, κι εγώ κάτι θα πάρω, και μ' αυτό θα κάνω ένα μικρό ή μεγάλο ταξίδι, εσείς απλά δώστε μου την πρώτη ύλη και μετά είστε ελεύθεροι.

Περιττό βέβαια να σας πω πως, με τέτοιες απόψεις, δεν γίνεται παρά να θαυμάζω τον Πεσσόα. Με τους εβδομήντα τόσους "ετερώνυμους" που πρόφτασε κι έπλασε στο μικρό διάστημα που καταδέχτηκε να ζήσει στον φιλόξενο αυτό πλανήτη και σ' εκείνη την περίεργη και μελαγχολική χώρα που λέγεται Πορτογαλία.

3. Μου αρέσουν οι άνθρωποι με χιούμορ. Όπως τουλάχιστον εγώ το εννοώ. Απόλυτα, δηλαδή, συνυφασμένο με ευαισθησία, γλυκό κυνισμό, διαρκή αμφισβήτηση και ανασκευή, πρώτ' απ' όλα, του ίδιου τους του εαυτού. Άνθρωποι που δεν νιώθουν ανασφαλείς, όχι γιατί δεν ξέρουν τα ελαττώματα και τις ελλείψεις τους, αλλά γιατί έχουν τη σοφία να γνωρίζουν πως αυτό είναι το υλικό από το οποίο όλοι είμαστε πλασμένοι. Που δεν ξεχνούν πως, δυστυχώς, όλα σε λίγο τελειώνουν, κι ίσως όχι τόσο όμορφα. Κι αυτό, αντί να τους κάνει επιθετικούς κι ανθρωποφάγους, τους βοηθά, αντίθετα, να είναι επιεικείς με τον άλλο, ακόμη κι όταν αυτός, βυθισμένος στην ηλίθια έπαρση της ανίκητης βλακείας του, φαντασιώνει πως είναι αθάνατος και προβάλλει τις ασημαντότητες της καθημερινότητάς του ως επικά κατορθώματα. Άνθρωποι που πιστεύουν, τέλος, πως η ύστατη στιγμή είναι καλύτερα να έρθει μέσα σε γέλιο παρά σε κλάμα.

4. Θα 'θελα να ζούσα, κάποτε, μια σχέση όπως περίπου τη φαντάζομαι, έστω κι αν είναι να κρατήσει ελάχιστα. Έξω από τον τόπο και τον χρόνο, σε μια κάψουλα άχρονης φαντασίωσης. Χωρίς ζήλιες, δεσμεύσεις, εγωισμούς, απαιτήσεις, φουσκωμένα εγώ, πληγές του παρελθόντος, κριτική, προσδοκίες και ματαιωμένα όνειρα, και, ιδίως, χωρίς αίσθηση ιδιοκτησίας πάνω στον άλλο. Σχέση που να ζει στο παρόν και που να μη χρειάζεσαι ούτε το όνομα του άλλου να ξέρεις. Απλά και μόνο να τον χαίρεσαι όσο τον έχεις, κι όσο λείπει να γλυκαίνεσαι με τη σκέψη του και την προσμονή του, χωρίς να βασανίζεσαι και να υποφέρεις. Και, την ώρα που σου χαρίζει να τη δέχεσαι ως δώρο, κι ως τέτοιο να την ανταποδίδεις.

[όποια ενδιαφέρεται ας στείλει βιογραφικό, θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, το οικονομικό δευτερεύον, δεκτές και από επαρχία, εχεμύθεια εξασφαλισμένη].

5. Αντιπαθώ να μιλάω για τον εαυτό μου, να περιγράφω τα βάσανά μου, τις επιδιώξεις μου, τη ζωή μου, τις άπειρες αποτυχίες μου, τις αλλεπάλληλες νέες αρχές που μόνιμα καταλήγουν σε φιάσκο (ήδη οι "αποφάσεις" μου του 2007 πήραν κι άλλη μια - τελευταία - αναβολή για τη νέα χρονιά) και τις καθημερινές μου ασχολίες. Τουλάχιστον άμεσα. Προτιμώ, κι όσο συνεχίζω εδώ την παρουσία μου, να φωτογραφίζομαι μέσα από τα κείμενα που επιλέγω, τα σχόλια που κάνω και τις απόψεις που εκφράζω. Γι αυτό και σταματώ τις προσωπικές εκμυστηρεύσεις, ελπίζοντας, αληθινά, να έχω περάσει το τεστ που μου φορτώθηκε χωρίς να έχω αποκαλύψει τίποτε ουσιαστικό.

[δέχομαι όμως κάθε είδους ερωτήσεις, ακόμη και τις πιο αδιάκριτες. Μιας που πιστεύω πως δεν υπάρχουν αδιάκριτες ερωτήσεις, μόνον αδιάκριτες απαντήσεις- κι επομένως μην περιμένετε πολλά].

6. (bonus track, philos αυτό δεν το είχες σκεφτεί). Tέλος, καθώς δεν είναι σωστό να απαιτώ από άλλους πράγματα που με δυσκολία δέχομαι ο ίδιος να κάνω, δεν θα συστήσω άλλους bloggers για να συνεχίσουν το παιχνίδι των αποκαλύψεων. Κι αν αυτό αποτελέσει το τέλος της πυραμίδας (αν και, απ' ότι βλέπω γύρω, το κακό διαδίδεται σαν την πανούκλα τον μεσαίωνα), δεν πειράζει και τόσο. Αφήστε που, καμιά φορά, αν δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε κάτι, είναι παρηγοριά να μπορούμε να το τελειώσουμε. Αν πάντως κάποιος φίλος, διαβάζοντας το post αυτό, προσφερθεί, οικειοθελώς, να συνεχίσει, θα χαρώ να τον παρακολουθήσω, είναι σαν να τον έχω συστήσει.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

Γούντυ Άλεν, η βιογραφία μιας ιδιοφυίας (Eric Lax, 1991)

---

1. ... "Γιατί να μη διαλέγουμε μια αισθησιακή ζωή αντί για μια ζωή εξαντλητικής εργασίας;" είπε μια μέρα ο Γούντυ. "Όταν βρίσκεσαι μπροστά στην πύλη του παραδείσου, ο τύπος ο οποίος έχει περάσει όλη του τη ζωή κυνηγώντας και πιάνοντας γυναίκες κι έχει περάσει μια τρυφηλή ζωή, μπαίνει μέσα και μπαίνεις μέσα κι εσύ. Ο μοναδικός λόγος που μπορώ να σκεφτώ για να μην το κάνεις αυτό, είναι μια άλλη μορφή άρνησης του θανάτου. Ξεγελάς τον εαυτό σου ότι υπάρχει κάποια αιτία για ν' ακολουθήσεις μια ζωή με σημασία, μια παραγωγική ζωή εργασίας κι αγώνα και τελειοποίησης του επαγγέλματός σου ή της τέχνης σου. Αλλά η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσες να περνάς τη ζωή σου ενδίδοντας στις επιθυμίες σου - με την προϋπόθεση ότι έχεις την οικονομική άνεση για να το κάνεις - γιατί και οι δυο θα καταλήξετε στο ίδιο μέρος". ...


2. ... Η σχέση τους (σημ. του Γούντυ και της Μίας Φάροου), η οποία έχει διαρκέσει έντεκα χρόνια χωρίς να διαφαίνεται τέλος στον ορίζοντα, είναι η πιο μακρόχρονη που είχαν και οι δυο. Με συμβατικά κριτήρια, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια συμβατική σχέση. Αλλά πάλι, κανένας τους δεν είναι συμβατικός άνθρωπος. Δεν έχουν παντρευτεί κι ούτε ζουν μαζί - τα διαμερίσματά τους είναι απέναντι το ένα από το άλλο, με το Σέντραλ Παρκ ανάμεσά τους. (Το διαμέρισμά της, το οποίο εκτός από εννέα παιδιά και μια νταντά που έρχεται κατά τη διάρκεια της μέρας φιλοξενεί και ένα πλήθος ζώων ...) Λίγα παντρεμένα ζευγάρια μοιάζουν πιο παντρεμένα πάντως. Η Μία και ο Γούντυ βρίσκονται σε σχεδόν συνεχή επικοινωνία και αναδίνουν κάτι που μόνο "γλύκα" μπορεί να το αποκαλέσει κανείς. Στα ελάχιστα πάρτι που πηγαίνουν κάθονται συνήθως ντροπαλά σε κάποια γωνία, κρατημένοι χεράκι χεράκι. Και δεν είναι πολλοί οι πατεράδες που αφιερώνουν τόσο πολύ χρόνο στα παιδιά τους όσο αφιερώνει ο Γούντυ: Βρίσκεται δίπλα τους πριν αυτά σηκωθούν το πρωί, τα βλέπει κατά τη διάρκεια της μέρας και το βράδυ τα βάζει στο κρεβάτι. Καθώς και οι δυο έχουν παντρευτεί και χωρίσει από δυο φορές, η εμπειρία τούς έχει διδάξει ότι η νομιμοποίηση μιας σχέσης δεν την κάνει απαραίτητα να διαρκεί και στη Μία αρέσει ν' αναφέρει μαι κουβέντα που έχει ειπωθεί για τον πολύγαμο Άλαν Τζέι Λέρνερ: "Ο γάμος αποτελεί τον τρόπο του Άλαν να λέει αντίο". Και οι δυο τους πάντως δείχνουν να έχουν αυτό που θέλουν. ... Και ο Γούντυ ... έχει βρει σήμερα μια ισορροπία με μια πλήρως συγκροτημένη γυναίκα. ...

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

How often do you have elections ? (evely molning, of coulse!)

---




[Με την ευκαιρία της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή]

Στο Σύνταγμά μας, τον θεμελιώδη δηλαδή νόμο της χώρας, ορίζεται, στο άρθρο 53 ότι «1. Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. ...» και στο άρθρο 41 ότι «1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Βουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. ... 2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. ...».

Απλή ανάγνωση των διατάξεων αυτών από οποιονδήποτε ξέρει λίγα γράμματα και μπορεί, στοιχειωδώς, να κάνει ακόμη λογικούς συλλογισμούς, τουλάχιστον σύμφωνα με την αριστοτέλεια λογική, οδηγεί, αναγκαία, στα εξής, και μόνο, δύο συμπεράσματα: πρώτον, ότι η βουλευτική περίοδος, δηλαδή το διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων, διαρκεί – εκτός αν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της βουλής - τέσσερα χρόνια, και δεύτερον ότι μικρότερη διάρκεια επιτρέπεται μόνον αν πρόκειται να αντιμετωπιστεί πολύ σοβαρό εθνικό θέμα (παραλείπω άλλες περιπτώσεις διάλυσης της βουλής, όπως η αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, που δεν έχουν να κάνουν με το θέμα μας).

Στη χώρα μας όμως, όπου η γλώσσα, ακόμη κι αυτή στην οποία είναι γραμμένο το Σύνταγμα, όσο απλή και κατανοητή κι αν είναι, γίνεται αντιληπτή με άλλο τρόπο (τι κρίμα που ο Όργουελ, όταν, στο τόσο προφητικό του βιβλίο «1984» εισήγαγε τον όρο «newspeak» αγνοούσε την νεοελληνική πραγματικότητα, πόσο πιο όμορφο θα ‘χε βγει το βιβλίο αυτό), οι παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος έχουν την εξής έννοια:

-Η (κάθε) κυβέρνηση, από την επομένη της ορκωμοσίας της, διατυμπανίζει όσο πιο δυνατά μπορεί, ότι θα σεβαστεί τη λαϊκή εντολή και θα κυβερνήσει ακριβώς για τέσσερα χρόνια, ούτε δευτερόλεπτο λιγότερο. Και μετά, βέβαια, θα επιδιώξει και δεύτερη τετραετία, απολύτως απαραίτητη για να ολοκληρώσει το έργο της, το οποίο, μη το συζητάμε, είναι εξαιρετικά σπουδαίο. Και μετά τρίτη για να αποτελειώσει την ολοκλήρωση και τέταρτη για να αποτελειώσει δεν ξέρω τι (ίσως όσους από μας έχουμε παραμείνει ζωντανοί).

Αυτό, όμως, είναι το demo. Γιατί, στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση, μόλις περάσει λίγος καιρός, αρχίζει να ψάχνει, εναγωνίως, την καλύτερη στιγμή για να διαλύσει τη βουλή και να προχωρήσει σε εκλογές. Όπου, ως καλύτερη στιγμή νοείται εκείνη που θα της υποδείξουν οι (αενάως διενεργούμενες) δημοσκοπήσεις. Εκείνη δηλαδή που ο συσχετισμός των δυνάμεων, πιστεύει πως την ευνοεί. Για να ξαναεκλεγεί βέβαια, και να ξεκινήσει την επόμενη «τετραετία». Κι όσο αυτή κρατήσει (αφού, βέβαια, κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δεν θα ξαναπαρουσιαστούν εξαιρετικοί, εθνικοί πάντα,
λόγοι, που θα επιβάλουν πάλι, και παρά τη θέλησή της να εξαντλήσει την τετραετία, την πρόωρη διάλυση της βουλής).

-Η (κάθε) αντιπολίτευση, με τη σειρά της, μόλις περάσει λίγος καιρός, αρχίζει κι αυτή να ζητά εκλογές. Κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι έχει χάσει το λαϊκό έρεισμα, ότι έχει γίνει μειοψηφική (λες και μετά τις πρώτες εκλογές του 1975 είδαμε στον τόπο πλειοψηφική κυβέρνηση) κι ότι δεν μπορεί πια να κυβερνά. Και να ενισχύει την τόσο ενδιαφέρουσα αυτή θεσμικά άποψή της με το ακλόνητης λογικής επιχείρημα «Αν τολμάτε κάντε εκλογές εδώ και τώρα».

-Ο (κάθε) Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά πλήρη παραγνώριση του συνταγματικού του ρόλου, δέχεται κάθε πρόσχημα που του παρουσιάζει η κυβέρνηση για διεξαγωγή πρόωρων εκλογών ως «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» !!!. Αναγνωρίζει δηλαδή, τελικά, ότι το κομματικό συμφέρον της κυβέρνησης, που ακριβώς γι αυτό ζητά πρόωρες εκλογές, γιατί έχει υπολογίσει ότι θα τις κερδίσει, συνιστά τόσο σοβαρό, εθνικά, λόγο, που η βουλή πρέπει αμέσως να διαλυθεί και η χώρα να πάει σε νέες εκλογές. Και, βέβαια, καμία πολιτική παράταξη δεν τολμά να καταγγείλει το απαράδεκτο αυτό φαινόμενο, αφού κάτι τέτοιο θα μπορούσε, εύκολα, να ερμηνευτεί από τα ΜΜΕ και, τελικά, από το εκλογικό σώμα, ως δειλή συμπεριφορά και ως προαναγγελία βέβαιης ήττας.

-Κι ο (περήφανος) τέλος και κυρίαρχος λαός, έχοντας εθιστεί. με τα χρόνια, στη θλιβερή αυτή κωμωδία και την περιφρόνηση κάθε συνταγματικής τάξης, αρχίζει, κι αυτός, με τη σειρά του, και μόλις περάσουν κάνα δυο χρόνια από τις εκλογές, να κλιμακώνει τα αιτήματά του (πάντα θεσμικά, όλοι άλλωστε ξέρουμε ότι εδώ είναι χειρότερα κι από την Μεγάλη Βρετανία του περασμένου αιώνα, για χρήμα – και σεξ - ποτέ δεν μιλάμε, μόνο για καιρό και για θεσμούς) και ν’ ανεβάζει την ένταση, όντας σίγουρος ότι κάτι καλό θα προκύψει.

Και, βέβαια, ο πάντα αλάνθαστος λαός έχει, κι εδώ, δίκαιο. Αφού, μιας κι η οικονομική πολιτική των δύο-τριών πρώτων ετών ασφαλώς και πέτυχε, τα λουριά χαλαρώνουν και κάποια ευρώ βρίσκουν τον τρόπο να κυλίσουν προς τα κάτω, να φτάσουν στις τσέπες των άγρια χειμαζόμενων συμπολιτών μας, και να ικανοποιηθούν, έτσι, τα δίκαια και, όπως είπαμε, θεσμικά αιτήματά τους. Κι όσοι απ’ αυτούς, βέβαια, το θυμηθούν, όταν βρεθούν μπροστά στις κάλπες, και ξαναψηφίσουν τους ευεργέτες τους, καλό στην πατρίδα θα κάνουν, και μπράβο τους, γιατί αποτελούν έμπρακτη διάψευση εκείνου του άθλιου που είπε «ουδείς αγνωμονέστερος των ευεργετηθέντων».

Τώρα, αν κάποιος αφελής αναρωτηθεί, πώς είναι δυνατόν, με τη συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση, να κυβερνηθεί ποτέ ο τόπος με σοβαρότητα, συνέπεια, ευθύνη και σωστή αίσθηση όχι της εσωτερικής μας απίστευτης μιζέριας αλλά του διεθνούς γίγνεσθαι, πώς είναι δυνατόν να ληφθούν, από οποιαδήποτε κυβέρνηση, μέτρα με χρονικό ορίζοντα μεγαλύτερο των λίγων μηνών και πώς είναι δυνατόν η προεκλογική περίοδος, κι η παραλυσία που επιφέρει, ν' αρχίζει λίγο μετά από κάθε εκλογή, μη του δώσετε σημασία, βαλτός θα ‘ναι, πράκτορας, εγκάθετος, χαφιές ή δεν ξέρω τι, τόσοι και τόσοι μας επιβουλεύονται, χρόνια τώρα άλλωστε η γλώσσα μας, η θρησκεία μας κι η δημοκρατία μας είναι, σε παγκόσμια κλίμακα, πρώτος στόχος, των αμερικάνων, των εβραίων, των παπικών, των δυτικών, των μασόνων, των αρειανών και των κατοίκων του μαύρου ερέβους, γνωστά είν’ αυτά.

Ενόψει λοιπόν της προσεχούς αναθεώρησης, και για να μην δημιουργούνται παρόμοιες απορίες, προτείνω να μπει στο Σύνταγμα ερμηνευτική διάταξη ως εξής: «Οι εκλογές γίνονται το πολύ κάθε τέσσερα χρόνια. Μέσα στο διάστημα αυτό, γίνονται όταν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι θα εξυπηρετήσουν το κομματικό συμφέρον της κυβέρνησης. Όσο πάντως αργούν, είναι γιατί η κυβέρνηση, αν και μειοψηφική κι αποτυχημένη, δεν τολμά να τις κάνει, κι η καθημερινή αυτή υπενθύμιση είναι το κυριότερο έργο και καθήκον της αντιπολίτευσης. Τέλος, όταν αποφασιστεί να γίνουν πρόωρες εκλογές, ειδοποιείται κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που, υποχρεωτικά, εγκρίνει τη διεξαγωγή τους, γιατί αυτό απαιτεί το εθνικό συμφέρον».